Ο λαϊκισμός στην Ευρώπη χάνει επιτέλους τη μαγεία του

Οι διευθυντές κάστινγκ του Χόλιγουντ δεν ψηφίζουν για τους αρχηγούς των ευρωπαϊκών κρατών, αλλά αν το έκαναν, θα επέλεγαν τον Petr Pavel. Με θεληματικό πιγούνι και λευκά μαλλιά, ο 61χρονος Τσέχος δεν άλλαξε καθόλου από τότε που υπήρξε επικεφαλής αερομεταφερόμενης διμοιρίας, στη συνέχεια κορυφαίος στρατηγός του ΝΑΤΟ και κατόπιν επίδοξος πολιτικός άνδρας: σκεφτείτε τον Eisenhower ή τον De Gaulle, με μια πινελιά ειδικών αποστολών. Οι συμπατριώτες του κ. Pavel αναγνώρισαν επίσης τη γοητεία του, δίνοντας στον απόστρατο στρατιωτικό μια αποφασιστική νίκη 58% στον επαναληπτικό γύρο για την προεδρία της Τσεχίας στις 28 Ιανουαρίου. Ακόμα πιο ενθουσιασμένοι με τον θρίαμβο του κ. Pavel ήταν οι Ευρωπαίοι, που ανησυχούσαν ότι ο λαϊκισμός είχε μετατραπεί σε μια ασταμάτητη δύναμη σε ολόκληρη την ήπειρο. Ο φιλελεύθερος, φιλοευρωπαϊκός κ. Pavel νίκησε τον Andrej Babis, έναν δισεκατομμυριούχο αντιελιτιστή τύπου Donald Trump. Δεν πρόκειται παρά για μία εκλογική αναμέτρηση σε μία μεσαίου μεγέθους ευρωπαϊκή χώρα, σηματοδοτεί όμως ένα ακόμα πλήγμα για το αφήγημα της ευρωπαϊκής πολιτικής, που μετατοπίζεται αδυσώπητα προς τα άκρα.

Η πολιτική ιστορία της ΕΕ τις τελευταίες δύο δεκαετίες ήταν το πώς οι λαϊκιστές εισέβαλαν στο εδραιωμένο, κυρίως φιλελεύθερο, καρτέλ. Κάποτε, οι εκλογές στην Ευρώπη έφερναν συνήθως αντιμέτωπους κεντροδεξιούς και κεντροαριστερούς υποψηφίους. Από την αλλαγή του αιώνα, αλλά κυρίως από το 2015 περίπου, οι υποψήφιοι από το μεταφασιστικό και μαρξιστικό περιθώριο έγιναν από περιθωριακοί, κεντρικοί. Η άνοδος των λαϊκιστών που καταφέρονται ποικιλοτρόπως εναντίον των μεταναστών, των ομοφυλόφιλων, της παγκοσμιοποίησης, της νεωτερικότητας και όλων όσων τη συνοδεύουν έχει δημιουργήσει κλυδωνισμούς σε χώρες από τη Σουηδία έως την Ιταλία, τη Δανία και την Ελλάδα. Στην ήπειρο, κάθε εκλογική αναμέτρηση μοιάζει πλέον με μια δοκιμασία για το αν οι ψηφοφόροι εξακολουθούν να τηρούν τη μεταπολεμική κεντρώα συναίνεση ή αν πολιτικοί που κάποτε βρίσκονταν στο περιθώριο, όπως η Marine le Pen στη Γαλλία, θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να την ανατρέψουν. Σε μέρη όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία και πιο πρόσφατα η Ιταλία, τα αουτσάιντερ επικράτησαν.

Το αποτέλεσμα στην Τσεχία δείχνει ότι η φούσκα του λαϊκισμού μπορεί να ξεφουσκώσει. Ο κ. Babis είχε ήδη εκδιωχθεί από την πρωθυπουργία (την πιο σημαντική θέση στην τσεχική πολιτική) το 2021, αν και μόνο επειδή το κορυφαίο κόμμα του δεν μπόρεσε να βρει εταίρους για να σχηματίσει συνασπισμό. Η προεδρία την τελευταία δεκαετία βρισκόταν στα χέρια του Milos Zeman. Κάποτε υπήρξε κεντροαριστερός πρωθυπουργός, αλλά η θητεία του ως επικεφαλής του κράτους περιελάμβανε ρατσιστική και ομοφοβική ρητορική -για να μην αναφέρουμε την υποστήριξη προς τη Ρωσία. Όπως ήταν αναμενόμενο, είχε υποστηρίξει τον κ. Babis. Ο κ. Pavel, αντίθετα, ξεχώρισε για τη μη επιτηδευμένη ικανότητά του ως ένστολος. Είναι πολύ αγαπητός στους ευρωπαϊκούς κύκλους, κυρίως στους Γάλλους, οι οποίοι τον κατέκλυσαν με τιμές, αφού μια μονάδα της οποίας ηγείτο έσωσε δεκάδες στρατιώτες τους από τη σύλληψη κατά τη διάρκεια μιας αποστολής στην πρώην Γιουγκοσλαβία το 1993.

Είναι πολύ νωρίς να πούμε ότι η λαϊκιστική φούσκα έσκασε, όμως η αίσθηση της αναπόφευκτης προόδου του λαϊκισμού έχει ξεθωριάσει. Η ήττα του κ. Babis έρχεται μετά τις πρόσφατες πολιτικές αποχωρήσεις τραμπιστών πολιτικών στη Σλοβενία και τη Βουλγαρία (αν και η Βουλγαρία έχει επίσης εκδιώξει έκτοτε έναν φιλελεύθερο πρωθυπουργό και ετοιμάζεται για νέες εκλογές), για να μην αναφέρουμε την Αμερική και τη Βραζιλία. Η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμο έδαφος για τους λαϊκιστές. Οι ψηφοφόροι ένιωσαν το μαστίγιο των ραγδαίων οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών μετά την πτώση του κομμουνισμού το 1989. Κάποιοι δυσανασχετούν με το γεγονός ότι τους κάνουν να αισθάνονται ότι δεν μπορούν να επιδιώκουν τίποτε άλλο από το να μοιάζουν όλο και περισσότερο με τη Δύση -φιλόξενοι στους μετανάστες, χωρίς να τους απασχολεί ο γάμος των ομοφυλοφίλων-, χωρίς ποτέ, όμως, να φτάσουν σε αυτό το σημείο. Αλλά και η Δύση είχε το μερίδιό της σε λαϊκιστικούς θριάμβους. Η Βρετανία εγκατέλειψε την ΕΕ με ύποπτες υποσχέσεις, βγαλμένες κατευθείαν από το βιβλίο των λαϊκιστών. Στη Σουηδία ένα μεταφασιστικό κόμμα υποστηρίζει τη νέα κυβέρνηση. Στην Ιταλία, ένα τέτοιο κόμμα ηγείται της κυβέρνησης, υπό την Giorgia Meloni.

Οι λαϊκιστές αντιμετωπίζουν αντίξοες συνθήκες για διάφορους λόγους. Ο ένας είναι ο πόλεμος στην Ουκρανία. Έχει αμαυρώσει τον Vladimir Putin, τον πολιτικό που πολλοί Ευρωπαίοι λαϊκιστές εκτιμούν ιδιαίτερα. Ο πόλεμος διέσπασε επίσης τη συμμαχία μεταξύ της Πολωνίας (της οποίας οι λαϊκιστές υποστηρίζουν την Ουκρανία) και της Ουγγαρίας (της οποίας ο «ανελεύθερος δημοκράτης» πρωθυπουργός Viktor Orban εξακολουθεί να υμνεί τη Ρωσία). Η έξοδος από την ΕΕ θεωρείται από όλο και περισσότερους ψηφοφόρους ως λάθος μετά την άθλια έκθεση της Βρετανίας. Και το τίμημα του λαϊκισμού έχει γίνει σαφέστερο. Η ασέβεια στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών που επιβάλλει τους κανόνες της ΕΕ -για παράδειγμα, για το πώς τα δικαστήρια πρέπει να λειτουργούν χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις- ήταν συνηθισμένο φαινόμενο για τους ομοίους του κ. Orban, η βάση των οποίων λάτρευε τις ιστορίες ανυπακοής στους ευρωκράτες. Όχι τόσο πολύ, πλέον. Ένα μεγάλο μέρος των κονδυλίων της ΕΕ, ιδίως εκείνων που συνδέονται με την ανάκαμψη της ομάδας από την πανδημία, συνδέονται με την εκπλήρωση κριτηρίων που έχουν εκπονηθεί στις Βρυξέλλες από τις εθνικές κυβερνήσεις. Οι λαϊκιστές μπορούν να αρνηθούν να προσχωρήσουν στις απαιτήσεις των Βρυξελλών, αλλά αυτό σημαίνει ότι θα στερηθούν χρήματα που οι ψηφοφόροι γνωρίζουν ότι θα βοηθούσαν στην κρίση του κόστους ζωής, όπως συνέβη στην Πολωνία και την Ουγγαρία.

Ακόμα και όταν οι λαϊκιστές κερδίζουν, δεν είναι σαφές ότι οι πολιτικές τους κάνουν το ίδιο. Στην Ιταλία, η Giorgia Meloni όχι μόνο βρίσκεται στην εξουσία, αλλά το κόμμα της σημειώνει και μεγάλη άνοδο στις δημοσκοπήσεις. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί ένδειξη της επιτυχίας του λαϊκισμού: η κ. Meloni κυβέρνησε σε γενικές γραμμές σαν κεντρώα στις πρώτες εκατό ημέρες της. Έμεινε μακριά από τους ομολόγους της στην Πολωνία και την Ουγγαρία, προτιμώντας συναντήσεις με τον Γάλλο Emmanuel Macron και την επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen. Η Ιταλίδα ηγέτιδα αναμφίβολα έλαβε υπόψη της την άνοδο της κ. Le Pen, η οποία έχει μετριάσει τις ευρωκαταγγελίες της με την πάροδο των ετών και έχει το βλέμμα της στραμμένο στην προεδρική κούρσα του 2027.

Εκτός κέντρου

Ο λαϊκισμός εξακολουθεί να έχει σημασία. Με τον ίδιο τρόπο που πολιτικοί όπως η κ. Meloni τροποποιούν τις ιδέες τους μόλις αναλάβουν τα καθήκοντά τους, οι mainstream πολιτικοί έχουν προσθέσει στο ρεπερτόριό τους λαϊκιστικές ιδέες. Η αναζωπύρωση της παράτυπης μετανάστευσης τους τελευταίους μήνες αντιμετωπίζεται εν μέρει με πολιτικές που κάποτε ήταν δυσάρεστες για την κεντρώα συναίνεση. Η συζήτηση για την κατασκευή φραχτών στα σύνορα της ΕΕ και η περικοπή της αναπτυξιακής βοήθειας προς τις φτωχές χώρες που αποτυγχάνουν να βοηθήσουν την Ευρώπη να αναχαιτίσει τις μεταναστευτικές ροές ήταν κάποτε αδιανόητη. Τα μέτρα αυτά είναι τώρα σταθερά στην ατζέντα της ΕΕ.

Οι φιλελεύθεροι ελπίζουν ότι η στιγμή του λαϊκισμού περνάει, επειδή οι ψηφοφόροι βλέπουν ότι έχει έντονη ρητορική, αλλά δεν έχει λύσεις. Αυτό είναι αλήθεια, αν και λίγο αισιόδοξο. Οι αντιελιτιστές έχουν ακόμα πολλές πολιτικές νίκες να πετύχουν, αλλά αυτό που δείχνει ο θρίαμβος του κ. Pavel είναι ότι θα υποστούν και πάμπολλες συντριβές.

© 2023 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved.
Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από την www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com.

By Συντάκτης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΣΧΕΤΙΚΑ