Παροιμίες: Γιατί το λέμε έτσι στην Πελοπόννησο

Απο: Κοινόν Πελοποννησίων | facebook

10 Παροιμίες, ρητά, γνωμικά, λαϊκή σοφία

Η ελληνική γλώσσα είναι πλούσια από γνωμικά και φράσεις παροιμιώδεις και ιστορικές, που έλκουν την καταγωγή τους από την ποικιλόμορφη λαϊκή μας παράδοση (αρχαία – βυζαντινά – επαναστατικά – νεότερα χρόνια). Φράσεις που έφτασαν ως τις μέρες μας με κοινό γνώρισμα, ότι με λίγες μόνο λέξεις, λένε πολλά πράγματα.

Αποτελούν εμπειρίες και γεγονότα ιστορικών εποχών που κατάφεραν να ταξιδέψουν μέσα από διάφορες εναλλαγές πολιτισμών, κατακτητών, δυσκολιών, ανέπαφα στις μεταγενέστερες γενιές.

Παραθέτουμε εν συντομία την προέλευση και το νόημα, σε δέκα (10) αντιπροσωπευτικές Πελοποννησιακές, παροιμιακές εκφράσεις , από την αρχαιότητα μέχρι τον προηγούμενο αιώνα.

1. Δεν χαρίζω κάστανα.

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αλλά και μετά, κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, το μόνο μέρος όπου δεν κατάφεραν να πατήσουν οι Τούρκοι ήταν η Μάνη. Κάποια στιγμή, ο Ιμπραήμ συνειδητοποίησε πως ο μόνος τρόπος για να νικήσει τους Μανιάτες ήταν η πονηριά. Έστειλε λοιπόν ανθρώπους του μεταμφιεσμένους σε καστανάδες για να διεισδύσουν στον πληθυσμό. Οι ψεύτικοι καστανάδες όμως δεν αρκέστηκαν στο να πουλούν τα κάστανα, αλλά τα χάριζαν στους Μανιάτες προσπαθώντας να αντλήσουν πληροφορίες για το στρατό τους. Αυτό προκάλεσε εντύπωση και καχυποψία, με αποτέλεσμα να αποκαλυφθούν και να πέσουν τελικά στα χέρια των Μανιατών. Οι κατάσκοποι ομολόγησαν την αλήθεια, και όταν ρώτησαν τι θα απογίνουν, λέγεται πως οι Μανιάτες απάντησαν πως αυτοί «δεν χαρίζουν κάστανα!»

2. Έγινε του Κουτρούλη

Λέμε «έγινε του Κουτρούλη ο γάμος» ή «έγινε του Κουτρούλη στο πανηγύρι».

Ο Κουτρούλης ήταν υπαρκτό πρόσωπο και μάλιστα ήταν ιππότης, δηλαδή, καβαλλάριος, που ζούσε στη Μεθώνη Μεσσηνίας κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα.

Κάποτε, λοιπόν, αγάπησε μια παντρεμένη γυναίκα, ονόματι Ανθούσα, η οποία του ανταπέδωσε τον έρωτά της, εγκαταλείποντας τον νόμιμο σύζυγό της και μετακομίζοντας στο σπίτι του Κουτρούλη.

Για αυτήν της την πράξη η Εκκλησία την αφόρισε και ο Κουτρούλης, επί 17 ολόκληρα χρόνια, παρά τις προσπάθειές του να πάρει από την εκκλησία την άδεια να την παντρευτεί, δεν τα κατάφερε.

Το 1354, ο Πατριάρχης Αντώνιος Δ΄, τού έδωσε την άδεια να παντρευτεί και αμέσως ο Κουτρούλης πήρε την κοπέλα, πήγαν στην εκκλησία, παντρεύτηκαν και ακολούθησε ένα μεγάλο γαμήλιο γλέντι.

Όταν επιτέλους έγινε ο γάμος, όπως ήταν φυσικό, θεωρήθηκε το μέγα ζήτημα της ημέρας. Στα λόγια όλων περιφερόταν αναμφίβολα η φράση «’Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος».

Κατά το γάμο, αλλά και το τριήμερο εξαιρετικό γλέντι, η φράση νοηματοδοτήθηκε ως εξής: «Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος», όπου τονιζόταν όχι πλέον η λέξη «έγινε», αλλά η γενική «του Κουτρούλη», συνώνυμη με το επίρρημα… «θορυβωδώς».

3. Έχει μπάρμπα στην Κορώνη

Σε πολλούς ίσως είναι άγνωστη η προέλευση της δημώδους αυτής έκφρασης. Ο λόγος, ήταν ο πλούτος και η δύναμη της Κορώνης, σε σχέση με άλλες ελληνικές πόλεις. Πιο συγκεκριμένα: Ο γενικός διοικητής του Μοριά στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν ο πασάς της Τριπολιτσάς. Όλοι οι τοπικοί διοικητές, οι μπέηδες των άλλων πόλεων ήταν φυσικά κάτω από αυτόν. Λέγεται όμως ότι ο μόνος που αποτελούσε εξαίρεση ήταν ο μπέης της Κορώνης, γιατί σύμφωνα με έθιμο της εποχής, στην Κορώνη έστελναν για μπέη έναν στενό συγγενή του σουλτάνου. Μπορεί ο μπέης της Κορώνης να υπαγόταν διοικητικά στον πασά της Τριπολιτσάς, ουσιαστικά όμως, τον επηρέαζε σημαντικά και ο πασάς δεν τολμούσε να του αρνηθεί κανένα ρουσφέτι. Όποιος Μεσσήνιος λοιπόν, είχε κάποια σοβαρή υπόθεση στην Τριπολιτσά και τύχαινε να συγγενεύει με Κορωναίο προύχοντα, κατέφευγε σ΄ αυτόν για να μεσιτεύσει στον μπέη της Κορώνης. Ο μπέης έδινε τότε ένα σημείωμα για τον πασά της Τριπολιτσάς. Και έτσι με μέσον γινόταν η δουλειά. Την έκφραση αυτή τη μεταχειριζόμαστε για εκείνον που έχει μεγάλα μέσα και καταφέρνει τις δουλειές του.

4. Τρέχα γύρευε και Νικολό καρτέρει

Τη φράση αυτή την είπε ο δημοσιογράφος Μπάμπης Άννινος στο θεμελιωτή της Ελληνικής Λαογραφίας, τον Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθήνας που γεννήθηκε στο χωριό Γιάννιτσα (Ελαιοχώριον Καλαμάτας) το 1852, τον Νικόλαο Πολίτη. Μία μέρα ανακοίνωσε ο Νικόλαος Πολίτης στην παρέα του, πως σκέφτηκε ν΄ αρχίσει να μαζεύει λαογραφικό υλικό και συγκεκριμένα ελληνικές παροιμίες, προκειμένου να τις εκδώσει. Ο Μεσσήνιος Καθηγητής Νικόλαος Πολίτης τους εξήγησε πως, για να μαζέψει όλο αυτό το υλικό, θα γύριζε σ΄ όλη την Ελλάδα, θα έβαζε τους φίλους και τους φιλόλογους να βοηθήσουν και θα περίμενε μέχρι να συγκεντρώσει τόσες, ώστε να εκδώσει το βιβλίο του.

Και ο δημοσιογράφος Άννινος του είπε αυτά τα λόγια, που από τότε έμειναν παροιμιώδη : «Αν είν΄ έτσι, τρέχα, γύρευε, Νικολό μου, και υστερνά καρτέρει…».

5. Σπουδαία τα λάχανα

Η φράση ξεκίνησε από το εξής περιστατικό: Σε ένα χωριό της Πελοποννήσου, πριν από το 1821, πέρασε ο απεσταλμένος του Μπέη, για να εισπράξει τη «δεκάτη». Η δεκάτη ήταν και αυτή μία από τις τρομερές φορολογίες των χρόνων εκείνων. Όλοι, όμως, οι χωρικοί του απάντησαν πως δεν είχαν να πληρώσουν το φόρο, γιατί τα λάχανά τους έμειναν απούλητα. Λάχανα ήταν η παραγωγή τους. Τότε ο φορατζής τους είπε πως θα έστελνε ζώα και ανθρώπους, για να φορτώσει τα λάχανα, να τα πάρει και έτσι να «πατσίζανε» με το χρέος τους. Έτσι και έγινε. Από τότε όμως οι χωρικοί έλεγαν «σπουδαία τα λάχανα», για να πατσίσουν τα χρωστούμενα!

6. Δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα

Κατά μία εκδοχή που φαίνεται, πως είναι και η επικρατέστερη, τη φράση αυτή την είπε ο Γέρος του Μοριά, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, πριν αρχίσει η επανάσταση. Τότε άκουσε, πως ο Ναπολέων Βοναπάρτης –αυτοκράτορας της Γαλλίας- μάλωνε με τον τσάρο της Ρωσίας, για το ποιος από τους δυο θα έπαιρνε την Πολωνία. – «Τι είναι αυτή η Πολωνία;» ρώτησε ο Κολοκοτρώνης. Του εξήγησαν τότε, πως ήταν ένα κράτος, μία χώρα, που δεν ήταν ούτε γαλλική ούτε ρωσική και πως τσακωνόντουσαν οι δύο Μεγάλοι, ποιος θα την πάρει. – «Δυο ψυχικοί (γάιδαροι) μαλώνουνε σε ξένο αχυρώνα», είπε.

7. Αλλού με τρίβεις δέσποτα κι αλλού έχω εγώ τον πόνο

Όπως λέει η λαϊκή μας παράδοση (Ν. Πολίτη “Παραδόσεις”), μια γυναίκα στην Πελοπόννησο αγαπούσε τρελά έναν καλόγερο και από ντροπή δεν τολμούσε να του το πει στα ίσια.

Μια μέρα, λοιπόν, έκανε πως ήταν άρρωστη και πως πονάει πολύ η πλάτη της και έτσι παρακάλεσε τον καλόγερο, μια και ήταν μόνη, να την τρίψει για να της φύγει ο πόνος.

Ο καλόγερος, απονήρευτος, την έτριβε αρκετή ώρα στην πλάτη. Τότε εκείνη έχασε την υπομονή της και του είπε: “Αλλού με τρίβεις δέσποτα κι αλλού ‘χω γω τον πόνο”. Κι από τότε έμεινε η φράση.

8. Καημένε Αθανασόπουλε, τι σού ’μελλε να πάθεις

«Καημένε Αθανασόπουλε τι σού ’μελλε να πάθεις κι από κακούργα πεθερά τα νιάτα σου να χάσεις.» Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 1931

Η αστυνομία ανακαλύπτει στου Χαροκόπου τεμαχισμένη σε δύο τσουβάλια τη σωρό του Εργολάβου Νικολάου Αθανασόπουλου, από τον Αναβρυτό Μεγαλόπολης, Αρκαδίας. Από την ανακριτική διαδικασία, προκύπτει ότι στο ειδεχθές έγκλημα, εμπλέκεται η σύζυγος και η πεθερά του.

Εξ αιτίας αυτού του πραγματικά (για την εποχή εκείνη) φρικιαστικού γεγονότος, παρέμεινε η συγκεκριμένη έκφραση.

9. Είμαστε για τα πανηγύρια…

Στην Κόρινθο, που ήταν πλούσια πόλη, γίνονταν δύο πανηγύρια, για εμπόρους απ’ όλον τον κόσμο. Το καθένα είχε διάρκεια ενάμιση μήνα.

Όταν την κατέκτησαν οι Φράγκοι το 1685, αυτά συνεχίστηκαν. Όσοι συμμετείχαν σ’ αυτά σαν να μην τρέχει τίποτα, έλεγαν με καμάρι, όταν τους ρωτούσαν που πάνε… «είμαστε για τα πανηγύρια».

Έκφραση που σήμερα επικρατεί για όσους δεν έχουν επίγνωση της σοβαρότητας μιας κατάστασης.

10. Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς!

Ναύπλιο, μετά την απελευθέρωση του 1821. Η φράση «αυτός χρωστάει της Μιχαλούς», σύμφωνα με όλα τα λεξικά, σημαίνει ότι κάποιος δεν είναι στα καλά του, ότι είναι τρελός. Η φράση ακούγεται συχνά και στις μέρες μας. Ποια είναι όμως αυτή η Μιχαλού;

Σύμφωνα με την εκδοχή που πηγάζει από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, στα χρόνια του Όθωνα, μετά την απελευθέρωση του 1821 από τους Τούρκους, βρισκόταν σε κάποιο σοκάκι του Ναυπλίου η ταβέρνα της Μιχαλούς. Η Μιχαλού ήταν παραδόπιστη και εκμεταλλεύτρια. Είχε μια περιορισμένη πελατεία στην οποία έδινε βερεσέ για ένα ορισμένο διάστημα, όμως αλίμονο σε όποιον δεν ήταν συνεπής. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας, η Μιχαλού εξευτέλιζε κυριολεκτικά τους άτυχους οφειλέτες της. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και κάποιος ευσυνείδητος, ο οποίος αδυνατώντας να βρει χρήματα να εξοφλήσει την ταβερνιάρισσα Μιχαλού, γύριζε στους δρόμους παραμιλώντας. Και σαν κανείς ρωτούσε τους περαστικούς τι έχει αυτός ο άνθρωπος, οι άλλοι απαντούσαν: «αυτός χρωστάει της Μιχαλούς».

-Φωτογραφία 1. Ο λαογράφος Νικόλαος Πολίτης.

Επιμέλεια δημοσίευσης: Γιώργος Κολλάτος Υπεύθυνος Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΩΝ ΓΑΛΑΤΣΙΟΥ

By Συντάκτρια

ΣΧΕΤΙΚΑ