Ο Νίκος Μαστοράκης αποκαλύπτεται: «Η ζωή μου όλη»

Ο Νίκος Μαστοράκης είναι από μόνος του μια ζωντανή ιστορία. Από την ταπεινή γειτονιά στου Ζωγράφου ως το λαμπερό Χόλιγουντ. Από τη δημοσιογραφία και τις δεκάδες δουλειές που έμαθε στο πεζοδρόμιο ως τη στυγνή χούντα και τον κόσμο της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, οκτώ δεκαετίες δρόμος.

Μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, πρωτοπορίες, επικές ιστορίες από τα παρασκήνια στους ναούς των σελέμπριτι εντός και εκτός Ελλάδας, από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, από τις μουσικές, τις ταινίες, τις εκπομπές σε ραδιόφωνο και τηλεόραση, τα αυτοκίνητα, τους έρωτες, αλλά και τα λάθη.

Μάστορας στην αφήγηση, μάστορας στο ρεπορτάζ, μάστορας στην τηλεόραση, στο σινεμά αλλά και στην… απάτη -όπως τότε που χρησιμοποίησε αυτό ακριβώς το όνομα για να ανέβει κρυφά στο κότερο του Ωνάση.
Είναι στα 81 του και πάει για τα… 42

Αλλά ακόμη και τώρα που είναι στα 81 του και πάει για τα… 42 -όπως λέει ο ίδιος- παραμένει ένας αθεράπευτα ευφυής, ονειροπόλος, πείσμων και επαγγελματίας… έφηβος.

Υπάρχουν κάποιες στιγμές στην καριέρα σου που σε σημαδεύουν. Για τον Νίκο Μαστοράκη ήταν εκείνη με την Ελένη Βλάχου, στη «Μεσημβρινή», που τον κατατρύχει τόσες δεκαετίες μετά. Για εμένα, αυτή η συνέντευξη είναι από τις καλύτερες, πιο συναρπαστικές και πιο ενδιαφέρουσες που έχω πάρει σε 32 χρόνια δημοσιογραφίας. Και σίγουρα η μεγαλύτερη σε έκταση.

Τον Νίκο Μαστοράκη δεν τον ήξερα προσωπικά, παρά μόνο όπως όλοι, μέσα από τις εκπομπές του, τις ιστορίες που είχα διαβάσει γι’ αυτόν και τις συνεντεύξεις που είχε δώσει.

Σήμερα, έπειτα από δεκάδες τηλεφωνήματα, sms και emails που ανταλλάξαμε, δεν λέω ότι τον έμαθα, αλλά κατάλαβα λίγο περισσότερο τον άνθρωπο που μου επέτρεψε να ρίξω μια ματιά σε ένα παρελθόν που όλοι εμείς θα θέλαμε πέντε ζωές για να ζήσουμε. Και ότι έχουμε γενέθλια με δύο ημέρες διαφορά -και… μπόλικα χρόνια.

Είχαμε μιλήσει πριν από σχεδόν ενάμιση μήνα και είχαμε κανονίσει να βγει η συνέντευξη την 1η Μαρτίου. Το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου την είχα έτοιμη. Λίγη ώρα αργότερα, συνέβη η τραγωδία στα Τέμπη. Ο χρόνος πάγωσε -όπως για όλους μας. Δουλέψαμε ξανά, βασανιστικά, την επικαιροποιήσαμε.

«Ένιωσα σαν να σκοτείνιασε ξαφνικά η ζωή μας, σαν κάποιος να έσβησε με μια κίνηση όλα τα φώτα», λέει ο Νίκος Μαστοράκης για τα Τέμπη, τα οποία χαρακτηρίζει χρονικό μιας προαναγγελθείσας τραγωδίας. Μιλά για το «βαθύ κράτος» της Ελλάδας, που παραμένει ατιμώρητο, αλλά και για τις «πολλαπλές διαβολικές συμπτώσεις μαζί» το μοιραίο βράδυ.
Δεν αλλάζω γνώμη για Μητσοτάκη -«Μαστροχαλαστής ο Τσίπρας, ποθεί τον διχασμό»

Εμμένει στην γνώμη του για τον Μητσοτάκη: «Δεν αλλάζω γνώμη συγκυριακά. Είναι ο ίδιος Μητσοτάκης που εμπιστευθήκαμε στον Έβρο, στην πανδημία, στον πόλεμο της Ουκρανίας, στην ενεργειακή κρίση, στην αξιοπρεπή διεθνή αντιπροσώπευση της χώρας, στις αναβαθμίσεις της οικονομίας», λέει. Στον αντίποδα, χαρακτηρίζει τον Τσίπρα «μαστροχαλαστή που ποθεί τον διχασμό, την εκδίκηση, την μπουλντόζα για όσα απέκτησε ο Έλληνας στην τετραετία του Μητσοτάκη», σφάζει… στο γόνατο την Πόπη Τσαπανίδου και σχολιάζει καυστικά τα πηγαινέλα του Πολάκη στον ΣΥΡΙΖΑ.

Απομυθοποιεί -με δυο κουβέντες- μυθικούς σταρ του Χόλιγουντ. «Λαμπερή η Ναστάζια Κίνσκι; Σβηστή και μισητή από όλους, την απέλυσα», λέει.

«Ο Άντονι Κουίν ο χειρότερος συνεργάτης που είχα ποτέ, τυραννικός, πέφτουλας».
Το #metoo και η «ΕΡΤ του Ζούλα»

Αποκαλύπτει τι θα ψηφίσει στις επικείμενες εκλογές, απαντά αν είναι «βασιλικός», μιλάει παθιασμένα για τη λατρεία του στα αυτοκίνητα αλλά και για την ηλεκτροκίνηση, για το #metoo, για τα εγκλήματα του σήμερα, για τα social media και το Facebook, για την ιδιότυπη ομερτά στον χώρο του θεάματος, για την πληροφόρηση του αύριο, για το μέλλον της τηλεόρασης αλλά και για την «ΕΡΤ του Ζούλα».

Μιλά για τη σύγκρουση με την Ελένη Βλάχου, πώς… τρούπωσε στη θαλαμηγό του Ωνάση, θυμίζει τις διεθνείς δημοσιογραφικές επιτυχίες, ανατρέχει με νοσταλγία στη δημιουργία των ροκ και ποπ συγκροτημάτων, όπως οι Φόρμιγξ με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, και στην περίφημη συναυλία των Rolling Stones που διοργάνωσε ο ίδιος τέσσερις ημέρες πριν από τη δικτατορία. Απαντά για το επίμαχο χρονογράφημά του το 1967 και για τη συνέντευξη με τους φοιτητές του Πολυτεχνείου. Θυμώνει όταν θυμάται την κόντρα με τους «παπαρο-υπουργούς» του ΠΑΣΟΚ (όπως τους αποκαλεί) για την ελεύθερη ραδιοφωνία, αλλά και με όσους συγκρίνουν την τραπ με την ποπ του ’60. Ξεσπά για τα ελληνικά talent shows, τα πρωινάδικα και μεσημεριανάδικα, την κακοποίηση της γλώσσας και την αυθάδικη, προσβλητική επίδειξη αγραμματοσύνης, ασυνταξίας και ανορθογραφίας.

Σε μία από τις σπάνιες φορές μιλά για την οικογένειά του, για τις γυναίκες της ζωής του. Μας ξεναγεί στο ιερατείο ονομάτων που γνώρισε: Από τον Τζόν Λένον, τον Αριστοτέλη Ωνάση και την Ελένη Βλάχου, ως τους Rolling Stones και τον Αλέν Ντελόν. Από τον Βαγγέλη Παπαθανασίου και τον Ντέμη Ρούσσο, έως τον σκηνοθέτη-πρότυπο για τον ίδιο, Γιώργο Τζαβέλλα, τον Φιλοποίμενα Φίνο, τον Μίμη Πλέσσα, τον Μάνο Χατζιδάκι. Από τον Φρανκ Σινάτρα μέχρι τον Άντονι Κουίν. Και από τη Σοράγια ως την Μπέτυ Λιβανού, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, την Κορίνα Τσοπέη, τη Ρίκα Διαλυνά, τη Ζωή Λάσκαρη, τον Νίκο Κούρκουλο και την Έλενα Ναθαναήλ….

Πάρτε βαθιά ανάσα και βουτήξτε στο τότε και στο σήμερα μέσα από τα μάτια του Νίκου Μαστοράκη, με άγνωστες στιγμές των δεκαετιών του ’60, του ’70, του ’80, αλλά και του 2023.

Κυρίες και κύριοι (σαν κονφερασιέ του ’50 κι εγώ, που λέει κι ο ίδιος), ο Νίκος Μαστοράκης, αψιμυθίωτος, αποκαλύπτεται.

Η συνέντευξη αυτή γίνεται κάτω από βαρύ πέπλο θλίψης και οργής, μετά την τραγωδία στα Τέμπη. Πώς τη βίωσες;

Ένιωσα σαν να σκοτείνιασε ξαφνικά η ζωή μας, σαν κάποιος να έσβησε με μια κίνηση όλα τα φώτα. Δεν είμαι αμάθητος στις τραγωδίες. Στο παρελθόν μου είχα κοντινές επαφές με τον θάνατο, από τον ομαδικό χαμό εκατοντάδων στο ναυάγιο του «Ηρακλείου» και σε αεροπορικά δυστυχήματα, ως τον ατομικό, τη δολοφονία του Γρήγορη Λαμπράκη. Όμως εκείνο που με παρέλυσε, με πάγωσε, τώρα, ήταν η μαζική απώλεια νέων ανθρώπων αλλά και η σκέψη πως τα Τέμπη δεν ήταν παρά το χρονικό μιας προαναγγελθείσας τραγωδίας. Τραγωδία στεγνή και ανελέητη, σαν την αρχαία, χωρίς τα μελοδραματικά στοιχεία που μερικοί προσπάθησαν να προσδέσουν. Οι επιτροπές, οι ανακριτές, οι εφέτες δεν μου λένε τίποτα εμένα. Επειδή τίποτα και κανείς δεν μπορεί να ισιώσει ένα κράτος χρόνιας στρέβλωσης. Το βαθύ ελληνικό κράτος (που, στην πραγματικότητα, είμαστε όλοι εμείς) είναι στο απυρόβλητο και παραμένει ατιμώρητο για όλες τις τραγωδίες του παρελθόντος αλλά και του μέλλοντος. Mε μόνη παρηγοριά ότι ελληνικό κράτος είναι και οι διασώστες, οι πυροσβέστες, οι αστυνομικοί, οι νοσηλευτές και οι γιατροί που άφησαν βαθύ αποτύπωμα ανθρωπιάς στον τόπο του δυστυχήματος.

Επιχείρησες να βγάλεις συμπεράσματα στο βασανιστικό ερώτημα «ποιος φταίει»;

Με ξεπερνούν οι πολλαπλές διαβολικές συμπτώσεις μαζί. Σύμπτωση το τριήμερο της επιστροφής τόσων φοιτητών στη Θεσσαλονίκη με το αντίστοιχο τριήμερο των «σταθμαρχών» που, για να μην το χαλάσουν, φόρτωσαν τη βάρδια στον άσχετο; Σύμπτωση που ο άπειρος αυτός σταθμάρχης δεν ήξερε να χαράξει γραμμή στον πίνακα και ότι οι δύο άλλοι που όφειλαν να είναι μαζί του πήγαν για σουβλάκια; Σύμπτωση ότι ξεχάστηκε ένα κλειδί ανοιχτό; Σύμπτωση ότι δεν τηρήθηκαν τα τυπικά της «αναγγελίας», οπότε και ο σταθμάρχης και ο μηχανοδηγός θα έπρεπε να έχουν αναφέρει σαφώς και ευκρινώς τη «γραμμή της καθόδου» (αντί για «φεύγω» – «φεύγεις») ώστε έτσι να φαινόταν αμέσως το λάθος; Σύμπτωση που ο εγκληματικά άπειρος σταθμάρχης δεν είχε δει επί 10 λεπτά στον πίνακα τη γραμμή απ’ όπου ανέβαινε το 62; Τόσες πολλές «συμπτώσεις» μαζί δεν είναι πια συμπτώσεις, αλλά η τέλεια καταιγίδα.

Το βαθύ ελληνικό κράτος (που, στην πραγματικότητα, είμαστε όλοι εμείς) είναι στο απυρόβλητο και παραμένει ατιμώρητο για όλες τις τραγωδίες του παρελθόντος αλλά και του μέλλοντος. 

Ο πρωθυπουργός μίλησε για θυσία. Η αντιπολίτευση και οι συνδικαλιστές μιλούν για έγκλημα. Εσύ τι λες;

Σίγουρα δεν είναι από τους πιο επιτυχείς χαρακτηρισμούς του για την τραγωδία, πιστεύω όμως πως εννοούσε ότι τους 57 τούς θ υ σ ί α σ α ν όλες οι κυβερνήσεις των ΟΣΕδων, των συντεχνιών, της συνωμοσίας κατά του πολίτη, του ωχαδερφισμού, της αυταπάτης του «όλα θα γίνουν», της κομματίλας, του «πάμε κι ό,τι γίνει» και από το γεγονός ότι δεν σφύριζε μόνο το τρένο, σφύριζαν ανέμελα και αμέτρητοι εν δυνάμει δολοφόνοι. Με τέτοιο ορισμό, ναι, ήταν θυσία αδικοχαμένων, χωρίς καν τη λύτρωση που θα περίμενε κανείς στον επίλογο μιας τραγωδίας.

Με θυμώνει πάντως που, στο ξαφνικό σκοτάδι της ζωής μας, εμφανίστηκαν μερικοί με πυρσούς, λάμπες θυέλλης και φακουδάκια κομματικού φανατισμού, προσδοκώντας να διεκδικήσουν κατιτίς συνδικαλιστικό κι εκείνοι, καταμεσής της αναμπουμπούλας. Στις ειρηνικές πορείες καθημερινών ανθρώπων προσκολλήθηκαν κόμματα της Αριστεράς, Νεολαίες του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ, το έμπειρο σε «προσκολλήσεις» ΠΑΜΕ και τα συνδικάτα της ΑΔΕΔΥ, της ΓΣΕΕ και ποιος ξέρει πόσα άλλα. Μακάβριο αστείο: Η ΑΔΕΔΥ εναντίον της… αξιολόγησης. Έκαναν μάλιστα απεργία και οι δημοσιογράφοι, όχι πενθώντας αλλά διεκδικώντας… συλλογική σύμβαση. Είναι τόσο ανόητοι όλοι αυτοί να πιστεύουν ότι ο Έλληνας θα «τσιμπήσει» στο παιχνίδι τέτοιας άθλιας πολιτικής εκμετάλλευσης; Οι (έστω και με λάθος timing και εν θερμώ) δημοσκοπήσεις διαψεύδουν τα διαστροφικά τους όνειρα. Όσο για τον χαρακτηρισμό «έγκλημα» της αντιπολίτευσης και των συνδικαλιστών, θα παραδεχτούν ποτέ ότι τον βλέπουν κοιτώντας στον καθρέφτη;

Είμαστε λοιπόν ενώπιον μιας κρίσιμης εκλογικής αναμέτρησης. Θα πας να ψηφίσεις; Τι δεν λένε οι πολιτικοί; Τι θα ήθελες να υποσχεθεί κάποιος υποψήφιος πρωθυπουργός;

Θα μπορούσα να ψηφίσω κάποια αντιπολίτευση, αν είχε έστω και ψήγματα αλήθειας και σοβαρότητας, αν το εύρος της δεν ήταν τόσο αξιοθρήνητα στενό, όπως της σημερινής, που κυμαίνεται από το εμμονικό μίσος μέχρι το γελοίο, από την ανοησία μέχρι την εθνική προδοσία. Στον αντίποδα, ο Μητσοτάκης δεν με διέψευσε, όταν τέσσερα χρόνια πριν, στο Facebook, τον αποκάλεσα «Αναπάντεχο Ηγέτη» και έγραφα: «Εκείνοι που “δεν τον είχαν,” ξυπνούν πια κάθε μέρα με ένα νέο σοκ. Είναι σαν ο Κυριάκος να παίζει σκάκι solitaire και να νικάει συχνά τον εαυτό του. Το Ironman που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο δεν του πάει, γιατί ο ίδιος είναι ήπιος, ευγενικός, ήρεμος -το ιδανικό προφίλ του χαρισματικού σκακιστή».

Έχεις ακόμη την ίδια γνώμη για τον πρωθυπουργό;

Δεν αλλάζω γνώμη συγκυριακά. Είναι ο ίδιος Μητσοτάκης που εμπιστευθήκαμε στον Έβρο, στην πανδημία, στον πόλεμο της Ουκρανίας, στην ενεργειακή κρίση, στην αξιοπρεπή διεθνή αντιπροσώπευση της χώρας, στις αναβαθμίσεις της οικονομίας. Αντίθετα με τον αντίπαλο μαστροχαλαστή που ποθεί τον διχασμό, την εκδίκηση, την μπουλντόζα για όσα απέκτησε ο Έλληνας στην τετραετία του Μητσοτάκη, ο ίδιος παραμένει δέσμιος του ευγενικού, αξιοπρεπούς αλλά δυναμικού χαρακτήρα του και επιλέγει αξιόλογους συνεργάτες. Εγώ, λοιπόν, δεν θα ψήφιζα ποτέ ένα κόμμα πολιτικά ένοχο για την τραγωδία στο Μάτι, θα ψήφιζα όμως, με τα μάτια κλειστά, οποιαδήποτε κυβέρνηση είχε υπουργούς τον Άκη Σκέρτσο και τον Κυριάκο Πιερρακάκη.

Ο Μητσοτάκης δεν με διέψευσε. Αντίθετα με τον αντίπαλο μαστροχαλαστή που ποθεί τον διχασμό, την εκδίκηση...

Η γνώμη σου για τα «νέα ήθη» των κομματικών εκπροσώπων;

Αν εννοείς την Πόπη, με άριστα το 10, της δίνω ένα 9,5. Στη stand up κωμωδία όμως. Γελάω πολύ όταν τη βλέπω να φλερτάρει με την κάμερα, όσο κάποιος σοβαρός αντίπαλος την κονιορτοποιεί. Ελπίζω, σε αυτή την εμετικά τοξική προεκλογολογία, να συνεχίσει να είναι η «κωμική ανακούφιση». Μετά από τόσα χρόνια προσπάθειας, δικαιούται να έχει μια επιτυχία κι αυτή.

Και για το φύγε-έλα του Πολάκη;

Θα ήταν καλή ιδέα να αποφύγουμε τις βωμολοχίες σ’ αυτή τη συνέντευξη.

Σου έχουν κάνει πρόταση να είσαι υποψήφιος με κάποιο κόμμα; Γιατί αρνήθηκες;

Δεν μου έκαναν ποτέ, δεν θα δεχόμουν ποτέ. Κι εδώ ισχύει το απόλυτο του «ποτέ» που είναι de facto και μάλιστα με σαρκαστικό χαμόγελο. Δεν υπήρξα και δεν θα ήμουν ποτέ θιασώτης καμιάς κομματικής πολιτικής που εκφράζεται σε ένα συχνά περιγέλαστο «κυνοβούλιο» υποκρισίας, ψεύδους και κυρίως… απουσίας και όπου οι εκλεγμένοι «δημοκράτες» μας αποδέχθηκαν να συναγελάζονται και να εξυβρίζονται επί χρόνια από τον Μιχαλολιάκο και τη φασιστική του συμμορία, επιδεικνύοντας έτσι ευαισθησία παχύδερμου. Το παραπάνω, με τη σημείωση ότι η χειρότερη δημοκρατία είναι προτιμότερη από την καλύτερη δικτατορία.

Η κοινή γνώμη, θεωρείς, ψηφίζει με βάση ιδεολογία; Το συμφέρον της; Τις ανάγκες της; Ή με βάση τη θεωρία του «μικρότερου κακού»;

Υπάρχει «κοινή γνώμη;» Ο καθένας μας έχει γνώμη που βαυκαλίζεται να πιστεύει ότι είναι «κοινή» και που παραβατικά την ονομάζει «αντικειμενική». Δεν είμαστε αντικείμενα και όταν έχουμε γνώμη αυτή είναι «υποκειμενική», που μόνο αν ταυτίζεται με άλλες πολυάριθμες μπορεί να χαρακτηριστεί «κοινή». Άλλωστε, είναι γνωστό το απόφθεγμα «η γνώμη είναι σαν την κ@λ@τρυπίδα, ο καθένας έχει από μία». Η κατ’ ευφημισμόν «κοινή γνώμη» είναι πια τυποποιημένο προϊόν, εν είδει γενόσημου, σε πολλές διαφορετικές συσκευασίες, που κυκλοφορεί όμως χωρίς προειδοποιήσεις επικινδυνότητας και που, ως προϊόν, μετριέται από τις βιομηχανίες «ερευνών» με τον ίδιο τρόπο που μετριέται και η θεαματικότητα της τηλεόρασης, δηλαδή σε «δείγμα χιλίων ατόμων».

Ο Έλληνας ψηφίζει με οδηγό το θυμικό του, κίνητρο τον διορισμό του παιδιού του, σύμβουλο τη φρικτά κοντή μνήμη του, μαγνήτη τη «φίρμα» του υποψηφίου βουλευτή, απόφαση την κάψα της στιγμής. Και ένα σεβαστό ποσοστό των ψήφων είναι «εκδικητικές». Αλλιώς θα μου ήταν αδύνατο να χαρακτηρίσω ένα 20% των συμπολιτών μου ως συνειδητά ταυτισμένο με το μίσος, την τοξικότητα και το ανερυθρίαστο ψεύδος του πιο κίβδηλου πολιτικού που πέρασε ποτέ από αυτήν τη χώρα.

Έγινες δημοσιογράφος σε άλλες, σκληρές εποχές. Χωρίς χρήματα και δόξα όπως σήμερα. Πώς πήρες την απόφαση;

Ήταν μια απόφαση που την είχα πάρει από τα πρώτα χρόνια του σχολείου. Έγραφα τότε στη «Φιλολογική Βραδυνή», στη «Διάπλαση των Παίδων» και ήμουν ρεπόρτερ/εκδότης της σχολικής έντυπης (και όχι… πολυγραφημένης) εφημερίδας «Γυμνασιακά Χρονικά», με ανταγωνιστή τον φίλτατο Σταύρο Δήμα που, χρόνια μετά, πήρε τη ρεβάνς: έγινε υπουργός.
Τα Γυμνασιακά Χρονικά, η εφημερίδα που έστησε ο Νίκος Μαστοράκης ως μαθητής.
Τα Γυμνασιακά Χρονικά, η εφημερίδα που έστησε ο Νίκος Μαστοράκης ως μαθητής.

Εποχές σκληρές; Εγώ θα τις έλεγα «ονειρεμένες» και «ανεπανάληπτες». Περίμενα τη μέρα που θα τελείωνα το οκτατάξιο Γυμνάσιο Ζωγράφου για να πάω να ζητήσω δουλειά. Και πήγα. Η «ιδιαιτέρα» του Παράσχου («το αφεντικό») είχε βγει για λίγα λεπτά και έτσι μπήκα θαρραλέα -αλλά όχι θρασύτατα- στο γραφείο του.

«Τι θες εσύ εδώ;», με ρώτησε βλοσυρός.
«Ήρθα να ρωτήσω αν χρειάζεστε ρεπόρτερ», απάντησα.
«Γιατί, είσαι ρεπόρτερ εσύ;».
«Όχι, αλλά θα γίνω». 

Μου πέταξε μια σελίδα των Times και μου ζήτησε να τη μεταφράσω. Λεπτά αργότερα, όταν είδε τη μετάφραση, φώναξε τον αρχισυντάκτη του από τον διάδρομο «Σβολόπουλε, αυτόν τον μικρό να τον προσλάβεις. Άμισθο.» Ως άμισθος ρεπόρτερ έκανα διεθνείς επιτυχίες, τη μια πάνω στην άλλη. Σε αναγνώριση της επίδοσής μου, μετά από το scoop της Σοράγιας, μου «έκοψαν» μισθό 200 δραχμών το μήνα!
Πρώτη μουσική εφημερίδα, 1962
Πρώτη μουσική εφημερίδα, 1962

Έζησα συναρπαστικές στιγμές στον «Κήρυκα» και στο «Εμπρός,» μέχρι που ο Αλέκος Φιλιππόπουλος μου ανακοίνωσε ότι με απολύει, επειδή… έκανα πολλές επιτυχίες και αυτό μείωνε τον (θετό) αδελφό του και ρεπόρτερ, αλλά και άλλους συναδέλφους!

Από τον «Εθνικό Κήρυκα» μεταπήδησες στη «Μεσημβρινή» της πανίσχυρης τότε Ελένης Βλάχου και του Τάκη Λαμπρία. Τι κρατάς από εκείνη τη συνεργασία;

Απίστευτο άλμα, για τα εκδοτικά ήθη εκείνης της εποχής. Είχα γράψει μια οργισμένη (για την αδικία του ΕΚ) επιστολή στην Ελένη Βλάχου και, δύο ημέρες μετά, η Λίτσα Παπαβασιλείου, αγαπημένη γραμματέας της, με πήρε για ραντεβού και πήγα (κατάχλωμος, όπως θυμάται η Βλάχου στο βιβλίο της, αλλά μόνο από το τρακ της συνάντησης). Η Βλάχου μου είπε ότι «η “Καθημερινή” είναι λίγο αρτηριοσκληρωτική για ένα ρεπόρτερ σαν κι εσάς, αλλά ο κ. Ψύχας και ο κ. Λαμπρίας θα σας πάρουν στις “Εικόνες”, τους μίλησα εγώ σχετικά». Και με πήραν, «με το κομμάτι», και τους έδωσα πολλά και ανατρεπτικά «κομμάτια» που έγραφα και φωτογράφιζα ο ίδιος.
Η Ελένη Βλάχου και πίσω της ο νεαρός ρεπόρτερ Μαστοράκης δακτυλογραφεί
Η Ελένη Βλάχου και πίσω της ο νεαρός ρεπόρτερ Μαστοράκης δακτυλογραφεί

Σε αποτίμηση αυτής της συνεργασίας, με κάλεσε μια μέρα ο Τάκης Λαμπρίας, όπου ενώ εγώ φοβόμουν ότι θα μου ανακοινώσει πως… απολύομαι, εκείνος, αντίθετα, μου μίλησε για τη «λίαν προσεχώς» «Μεσημβρινή», για την οποία με προόριζε ως ρεπόρτερ πρώτης σελίδας και μάλιστα με μισθό… 4.000 δραχμών. Ήταν η πρώτη ημέρα μιας πενταετίας με περιπέτεια, κινδύνους, επιτυχίες, βραβεία καλύτερου ρεπόρτερ, σελίδες και αγώνες αυτοκινήτων, Ράλλυ Αντίκα, Κυνήγι Θησαυρού, αποκλειστικές συνεντεύξεις, 1.677 ρεπορτάζ και σχόλια, δυστυχώς όμως και του παρ’ ολίγον… θανάτου μου, σε μια αναγκαστική προσγείωση ελικοπτέρου, και μια σχεδόν καταστροφική σύγκρουση, τη νύχτα που δολοφόνησαν τον Λαμπράκη.
Τάκης Λαμπρίας και Ελένη Βλάχου στη δεξίωση για το Ράλλυ Αντίκα
Τάκης Λαμπρίας και Ελένη Βλάχου στη δεξίωση για το Ράλλυ Αντίκα

Από τη «Μεσημβρινή» με απέλυσε η ίδια η Βλάχου «δι’ ασήμαντον αφορμήν». Επειδή, όταν η εφημερίδα αποφάσισε να μην ξανακάνει «Κυνήγι Θησαυρού», εγώ το οργάνωσα, με χορηγό όμως τη βιομηχανία Παπαστράτου. Νομίζω ότι, τότε, κεραυνόπληκτος, ψέλλισα κάτι που η Βλάχου το απέρριψε με τη φράση «Κύριε Μαστοράκη, εγώ έχω χωρίσει συζύγους, λέτε να μην μπορώ να πάρω διαζύγιο από έναν ρεπόρτερ μου;». Ήταν το πιο επώδυνο σοκ της μέχρι τότε ζωής μου.

Ζήτησα ψυχολογικό καταφύγιο στη Νέα Υόρκη, όπου όμως κι εκεί με καταδίωκε το φάντασμα της «Μεσημβρινής» μου. Γυρνώντας στην Αθήνα, με περίμεναν ένα σωρό προτάσεις. Διάλεξα το «Έθνος» (λόγω Γιάννη Καψή) και τον «Ελεύθερο Κόσμο», δύο αντίθετες σε όλα τους εφημερίδες και τους έδωσα πολλές επιτυχίες, μέχρι που μετακόμισα στην «Απογευματινή». Αργότερα, με δική μου απόφαση αυτή τη φορά, είπα να μη δουλέψω άλλο στον Τύπο, μια απόφαση που όμως απαρνήθηκα όταν με κάλεσε ο Χρήστος Πασσαλάρης στα «Επίκαιρα» σαν μέλος της τετραμελούς ομάδας ρεπόρτερ που συγκροτήσαμε μαζί με τον Γιώργο Λιάνη, τη Σοφία Μαλτέζου και τον Φρέντυ Γερμανό.

Ακόμη και σήμερα δεν μπορώ να περάσω από τη Σωκράτους χωρίς κόμπο στον λαιμό.

Έκανες τηλεόραση επί χούντας, σε εποχή στυγνής λογοκρισίας. Μπορούσε κάποιος να την παρακάμψει και πώς;

O Mάνος Χατζιδάκις είχε γράψει, σε ένα ύστατο άρθρο για τη λογοκρισία, Φεβρουάριο του 1966: «Ετέθη ἀπὸ πολλοὺς τὸ ἑρώτημα, πῶς δὲν ἀντιδράσαμε τόσον καιρό, μιὰ καὶ η λογοκρισία λειτουργεί τόσα χρόνια. ᾿Εγὼ προσωπικὰ πληροφορήθηκα τὴν ὑπαρξί της πριν τριάµισυ χρόνια, τὸ καλοκαίρι τοῦ 1962, οταν θέλησα νὰ βγάλω σὲ δίσκο τὴν «Ὁδὸ ᾽Ονείρων». Πληροφορήθηκα ξαφνικὰ πὼς ἡ λογοκρισία δὲν ἐπιτρέπει νὰ κυκλοφορήση τὸ τραγούδι µου «Ἡ μαύρη Φὸρντ», γιατὶ βρήκε πολὺ ἀνήθικο νὰ τελειώνη αριθμὸς αὐτοῦ τοῦ αὐτοκινήτου στὸν ἀριθμο 3. Ἔμεινα ἔκπληκτος μὲ τὴν πώρωσι ποὺ εἶχα ὑποστῆ νὰ μὴν ἀντιληφθῶ τὴν ἀνηθικότητα τοῦ συγκεκριµένου αὐτοῦ ἀριθμοῦ καὶ τὴν ἠθικὴ διάβρωσι ποὺ θὰ προκαλοῦσε στοὺς συμπολῖτες µου, ἂν μάλιστα τὸν λέγαν τραγόυδιστά στὸν ρυθμὸ τοῦ ταγκό, ὅπως τὸ εἶχα συνθεσει».

Όσο για μένα, είχα εκπαιδευτεί από την προ χούντας στυγνή λογοκρισία του κρατικού ραδιοφώνου. Για πολλά χρόνια, έπρεπε να υποβάλουμε τα τραγούδια, να ελέγξουν τους στίχους, να μας κόψουν τα ύποπτα, μετά να γράψουμε κείμενα που αν δεν τα τηρούσαμε, μας επέστρεφαν την ηχοταινία για να κόψουμε λέξεις μη εγκεκριμένες. Ακόμη και για ένα «τρέιλερ» μουσικής εκπομπής χρειαζόταν άδεια με… χαρτόσημο. Η χούντα, λοιπόν, δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτα παραπάνω, είχε έτοιμη τη συνταγή της παρανοϊκής λογοκρισίας και απλώς τη «βελτίωσε» με την επιβολή διώξεων.

Όμως, κατά κάποιο διαστροφικό τρόπο, αυτή η λογοκρισία μάς έμαθε να αυτολογοκρινόμαστε, και έστω, με τον φόβο που φυλάει τα έρμα, να μιλάμε σωστότερα, την εποχή του live όταν το σφάλμα δεν διορθωνόταν στο μοντάζ και που όλοι εμείς, οι on camera, το τρέμαμε. Το «κλίμα pendulum», της μόνιμης δαμόκλειας σπάθης, ήταν ακόμη πιο παγερό στα talk shows. Θυμάμαι, τον καιρό που κάναμε με τον Φρέντυ Γερμανό το «Αλάτι και Πιπέρι», όταν ο Ντίμης Κρίτσας ξεστόμισε τη φράση «όλες θα φορέσουμε σουτιέν φέτος» και άρχισαν να χτυπάνε τα τηλέφωνα, με συνταγματάρχες του 7ου Eπιτελικού να με διατάζουν να κόψω τη μετάδοση. Ομοφοβικός πανικός και στο βάθος ακόμη και απειλές εξορίας σε κάποιο «νησί αναψυχής». Φυσικά, αγνόησα τις κραυγές υστερίας και η εκπομπή ολοκληρώθηκε, χωρίς ο Φρέντυ να έχει υποψιαστεί τον πόλεμο που εξελισσόταν στο κοντρόλ. Τα φαντάρια της «βάρδιας» με κοιτούσαν με συμπόνοια, αναμένοντας ότι, όπου να ‘ναι, θα μπουν ΕΣΑτζήδες να με συλλάβουν. Ευτυχώς αφίχθηκε ο Τρύφων Αποστολόπουλος (ταξίαρχος με σημαντικό, αλλά μη αναγνωρισμένο, ρόλο στην ανάπτυξη της εμπορικής τηλεόρασης), που όταν του είπαν τι είχε συμβεί («έβγαλαν ομοφυλόφιλο στην τηλεόρασή μας») απάντησε θυμοσοφικά: «Δηλαδή, τι προτείνετε; Από δω και μπρος, πριν βγει κάποιος ζωντανά, να τον ξεβρακώνουμε και να τον καθίζουμε σε μια λεκάνη με στάχτη;».

Ελπίζω αυτή η βάρβαρη παραβολή να είναι κατανοητή. Τότε είχε αποδοθεί με τον κατάλληλο σαρκασμό για την ίδια την παραβολή -και για τη λογοκρισία της χούντας. Ο Φρέντυ πάντως, όταν έμαθε όσα έγιναν, πήγε στην τουαλέτα τρεις φορές!
Ακόμη και για ένα «τρέιλερ» μουσικής εκπομπής χρειαζόταν άδεια με… χαρτόσημο
Ακόμη και για ένα «τρέιλερ» μουσικής εκπομπής χρειαζόταν άδεια με… χαρτόσημο

Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν, με εκδίωξαν από την τηλεόραση δύο φορές. Την πρώτη, επειδή στην εκπομπή «Οικογένεια Ελ Γκρέκο», σε μια εξάχρονη που δεν είχε πάρει χριστουγεννιάτικο δέντρο, είπα τη φράση «έχεις δίκιο, πώς να δώσεις ένα πεντακοσάρικο με την ακρίβεια της ζωής σήμερα;». Η φράση μαγνητοφωνήθηκε από τους χαφιέδες του 7ου Επιτελικού, με εισήγηση στον αρχηγό τους, τον στρατηγό Αγγελή, ότι ήταν «προπαγάνδα εναντίον της επαναστάσεως». Ήταν ο ίδιος ο Αγγελής που υπέγραψε την απόφαση αποπομπής μου.

Εκδιώχθηκα στυγνά από τη ΓΥΣ, πέταξαν από τις σκάλες ακόμη και ένα μηχάνημα βίντεο -το πρώτο βίντεο της τηλεόρασης!- που είχα αγοράσει, και ανέθεσαν στον γλυκό και καλό μου φίλο, τον Μίμη Πλέσσα, να παρουσιάσει το Bingo! O Mίμης το έκανε, για μία και μόνη φορά.
Με τον Γιώργο Λιάνη (αριστερά) μπροστά σε γιγαντοαφίσα του Bingo στο τότε γραφείο του Νίκου Μαστοράκη
Με τον Γιώργο Λιάνη (αριστερά) μπροστά σε γιγαντοαφίσα του Bingo στο τότε γραφείο του Νίκου Μαστοράκη

Επειδή υπηρετούσα στο Ναυτικό, με ταλαιπώρησαν όσο μπορούσαν και σ’ αυτό τον ζόρικο τομέα της ζωής μου. Είχα μια σύζυγο και μια κόρη και δεν μπορούσα να δουλέψω για να τους ζήσω. Το όνομά μου ήταν για πολύ καιρό απαγορευμένο στην τηλεόραση και όταν κάποτε επανήλθα, η επάνοδος δεν κράτησε πολύ. Με εντολή του ίδιου του Παπαδόπουλου «κόπηκα» επειδή πήρα συνέντευξη από μια 12χρονη που είχε παντρευτεί (διαβολική σύμπτωση, ο σύζυγος λεγόταν Νίκος Μαστοράκης) και είχε και παιδί! Ήταν τότε που υπήρχε πια βίντεο και η συνέντευξη είχε λογοκριθεί και εγκριθεί από το ΕΙΡΤ, όμως ο δικτάτορας είπε «να τον διώξετε έτσι κι αλλιώς, διαφθείρει τα ήθη της ελληνικής οικογένειας». Και με έδιωξαν. Ξανά.

Για μήνες δούλευα κρυφά, «παρασκηνιακά», με την ανοχή του Αποστολόπουλου και τη βοήθεια του Μεγακλή Βιντιάδη, του Βασίλη Βλαχοδημητρόπουλου και του Αχιλλέα Βογιατζή, των φίλων μου σκηνοθετών της ΥΕΝΕΔ. Σκηνοθετούσα, μάλιστα, ζωντανές εκπομπές από το… τηλέφωνο!

Την τρίτη και φαρμακερή φορά, με έδιωξε με κατεπείγουσα εντολή του ο Ιωαννίδης -ήταν αυτή μάλιστα η πρώτη του διαταγή- Δευτέρα πρωί μετά το πραξικόπημά του. Την οδυνηρή είδηση, όπως θα θυμάται και ο καλός μου φίλος, ο Στέλιος Αντωνιάδης, τη μάθαμε στο Άμστερνταμ, όπου γυρίζαμε με την Μπέτυ Λιβανού και τον Κώστα Πρέκα σκηνές για τη «Συνωμοσία της Σιωπής».
Με τον οσκαρικό Τζορτζ Κένεντι
Με τον οσκαρικό Τζορτζ Κένεντι

Τότε οι φαντάροι διατάχθηκαν να καταστρέψουν ή ακόμη και να κάψουν τα σκηνικά του Bingo που φυλάσσονταν στην… αυλή.

Ιστορίες λογοκρισίας, χούντας, διώξεων, εκδιώξεων και επανόδων θα χρειάζονταν ένα βιβλίο πολλών σελίδων για να τις αφηγηθώ με συναρπαστική λεπτομέρεια. Αξίζει όμως να αναφέρω ότι, με αφορμή ρεπορτάζ μου στα «Επίκαιρα» για τη συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στο Λονδίνο, πέρασα αξέχαστες ώρες στις εγκαταστάσεις της ΕΣΑ, που έληξαν με την προειδοποίηση του Θεοφιλογιαννάκου «ξαναγράψε κάτι τέτοιο και θα δεις διακοπές σε νησί».

Κάποιοι ανατρέχουν μονίμως στην περίφημη συνέντευξη που είχες πάρει από φοιτητές την περίοδο της χούντας και στο άρθρο σου που την εξυμνείς.

Δεν σε αδικώ για την κοινοτοπία, Άγγελε. Πενήντα χρόνια από τότε, και ο κάθε ευσυνείδητος δημοσιογράφος θεωρεί καθήκον του (για δικό του άλλοθι, απέναντι κυρίως στο ψευταριστερό κοινό) να κάνει την ίδια ερώτηση. Δεν σε αδικώ, αλλά μην περιμένεις να κάτσουμε κοντά στο τζάκι και να ξαναπούμε το ίδιο παραμύθι. Ούτε να ελπίζεις ότι θα συντάξω απολογητικό υπόμνημα.

Για τη μεν συνέντευξη των φοιτητών, έχω αφηγηθεί την πραγματική ιστορία και κανείς δεν τόλμησε να με διαψεύσει. Την αλήθεια την έγραψε και ο αριστερός και νυν Συριζαίος Στέλιος Κούλογλου, σε μια συνέντευξή του με τον Σπύρο Ζουρνατζή, υπουργό του Μαρκεζίνη και αρχιτέκτονα εκείνης της πολυπαρεξηγημένης, κακοποιημένης συνέντευξης. Ούτε αυτό το αριστερό υποκειμενικό έτυχε της κατάλληλης προσοχής, ο Κούλογλου πάντως το απέσυρε από το διαδίκτυο και το «παρέλειψε» στο βιβλίο του. Ίσως επειδή η αλήθεια δεν «βόλευε»;

Πενήντα χρόνια από τότε, και ο κάθε ευσυνείδητος δημοσιογράφος θεωρεί καθήκον του (για δικό του άλλοθι, απέναντι κυρίως στο ψευταριστερό κοινό) να κάνει την ίδια ερώτηση. Δεν σε αδικώ, αλλά μην περιμένεις να κάτσουμε κοντά στο τζάκι και να ξαναπούμε το ίδιο παραμύθι. Ούτε να ελπίζεις ότι θα συντάξω απολογητικό υπόμνημα 

Η συκοφαντική μυθολογία, πάντως, συνεχίστηκε απτόητη, επειδή ίσως σε κάθε ιστορία πρέπει να υπάρχουν οι ήρωες, αλλά απαραιτήτως να υπάρχει και ένας «κακός», επειδή ο «κακός» πουλάει και επειδή το να διώκεις και να υβρίζεις τον «κακό», χωρίς καν το «άκουσον μεν», είναι εθνικό σπορ. Άλλωστε, η φράση-τσίχλα «μιλάς κι εσύ που έκανες την εκπομπή του Πολυτεχνείου» καθιερώθηκε σαν διαχρονική αξία υπεκφυγής, από εκείνους που δεν είχαν ποτέ επιχειρήματα. Πάντως, τα κόμματα που εξέθρεψαν την παραφιλοσοφία εκείνης της συνέντευξης έχουν καταβαραθρωθεί, υπουργοί τους πήγαν φυλακή, ρημάχτηκαν από καραμπινάτα σκάνδαλα. Από το στόμα μεγάλου στελέχους του Σημίτη, όταν ρώτησα «ποιος εκμεταλλεύτηκε πολιτικά τη συνέντευξη του Πολυτεχνείου;», πήρα την απάντηση «όλοι την εκμεταλλευτήκαμε, Νίκο μου». Και από τους πρωτεργάτες της εντεταλμένης εκ ΠΑΣΟΚ τηλεοπτικής μου «δίκης ερήμην μου», οι περισσότεροι (δημοσιογράφοι, πολιτικοί, παρουσιαστές) αυτοαναιρέθηκαν και αυτοαποδομήθηκαν μπροστά στην κάμερα, όταν τους είχα, πρόσωπο με πρόσωπο, στο «Αργά».
Με τον μάνατζερ των Beetles Άλαν Κλάιν
Με τον μάνατζερ των Beetles Άλαν Κλάιν

Όσο για το… «άρθρο» (τίτλος αταίριαστα σοβαρός για το επίμαχο κείμενο), δεν ήταν παρά ένα χρονογραφικό σημείωμα, στο περιοδικάκι «Μοντέρνοι Ρυθμοί», και μάλιστα με σημείωμα με διαταγή του 7ου Επιτελικού, που συνοδευόταν με την απειλή στον εκδότη «θα το γράψει ο Μαστοράκης, αλλιώς θα σας κλείσουμε το περιοδικό».

Οι τότε δημοσιογράφοι ξέρουν πώς λειτουργούσε η χούντα. Με διαταγές στα έντυπα. Ήταν οι πρώτες μέρες δικτατορίας και, ναι, το έγραψα όπως είχε απαιτήσει η χούντα (ενώ δούλευα και σε αριστερή εφημερίδα, το «Έθνος») για να σώσω τον εκδότη, τον πολύ σεμνό και συμπαθή Θανάση Τσόγκα. Πάντως, θα προέτρεπα τους «κάποιους» αδέκαστους ερευνητές που «ανατρέχουν» σε τέτοια «ντοκουμέντα» να μας πουν πόσοι και ποιοι αντιστασιακοί δημοσιογράφοι παραιτήθηκαν αντί να γράψουν κατ’ εντολήν, αλλά και να εκθέσουν δημόσια τα υμνητικά της χούντας πρωτοσέλιδα αριστερών εφημερίδων και κυρίως του συγκροτήματος Λαμπράκη, τόσο την ίδια ημερομηνία, όσο και για τα επτά επόμενα χρόνια των συνταγματαρχών -σαν αυτά που βρήκα πολύ εύκολα εγώ…
Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Τα Νέα» στις 28 Απριλίου 1967
Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Τα Νέα» στις 28 Απριλίου 1967

Μάλλον υπήρξες πιονέρος της κρυφής κάμερας, αν κρίνω από τότε που μπήκες στο κότερο του Ωνάση μεταμφιεσμένος σε μέλος του συγκροτήματος του Γιάννη Πουλόπουλου. Στον αγώνα για την είδηση δεν υπάρχουν εμπόδια ή ηθικές αναστολές;

Η ηθική του ρεπορτάζ είναι μεταβλητή, πρέπει να συμβαδίζει με την ηθική των προσώπων που καλύπτεις. Αλλιώς διαχειρίζεσαι μια μάνα που έχασε το παιδί της κι αλλιώς έναν μεγιστάνα με έναν πολιτικό, παρέα πάνω σ’ ένα πανάκριβο κότερο που κρύβει καραμπινάτα σκάνδαλα. Και να μην ξεχνάμε πως εκείνη την εποχή ήταν αδύνατον να κρύψεις μια ογκώδη κάμερα, εύκολο όμως για μένα να βάλω μια Minox πίσω από τις χορδές της κιθάρας!

Πώς μπήκες στο... απόρθητο του Ωνάση;

Κατά τον επίσημο βιογράφο του, ο Ωνάσης χάρηκε που ένας ρεπόρτερ (γνωστός του άλλωστε!) θα ξεμπρόστιαζε τον Τεντ Κένεντι, στον οποίο βέβαια ο ίδιος ο Έλληνας μεγιστάνας είχε «εξασφαλίσει» γυναικεία συντροφιά.

Εγώ πάντως δεν σπούδασα δημοσιογραφία, καμιά μου δουλειά δεν τη σπούδασα. Τις έμαθα όλες στο πεζοδρόμιο 

Από την «Απογευματινή» της εποχής, με την ορθογραφία της εποχής:

Ήταν μια σύγχρονη έκδοσι τής παληάς επιχειρήσεως «Δούρειος Ίππος». Στην μικρή δημοσιογραφική μου μνήμη, υπήρχαν αρκετά παραδείγματα πολιορκίας με τηλεφακούς των 1000 χιλιοστών, πού δεν κατέληγαν πουθενά άλλου άπ’ την δραματική άφήγησι των ίδιων μου των περιπετειών. Αυτή την φορά, πού, πάνω στην λευκή, γυαλιστερή «Χριστίνα» του κ. Αριστοτέλη Ωνάση, βρίσκονταν πολλά ενδιαφέροντα πρόσωπα (περισσότερα, άπ’ όσα νόμιζα, όπως απεδείχθη αργότερα) δεν υπήρχαν περιθώρια για περιπολίες και «κλεμμένες» ειδήσεις άπ’ τούς χωρικούς. ‘Η πραγματική επιτυχία, θάταν να μπη κανείς μέσα.
Το ρεπορτάζ του Νίκου Μαστοράκη στην «Απογευματινή» για το πάρτι στον Σκορπιό με Ωνάση-Τζάκι Κένεντι
Το ρεπορτάζ του Νίκου Μαστοράκη στην «Απογευματινή» για το πάρτι στον Σκορπιό με Ωνάση-Τζάκι Κένεντι

Ήταν αυτό πού είπα στον εαυτό μου, μία και τέταρτο προχθές το μεσημέρι. Στη μία και μισή, βρισκόμουν στο αεροδρόμιο. “Ένα «άτασσέ», γεμάτο μαυρόασπρα φιλμς και μηχανές, και μια παράκλησι για τον Παυλόπουλο, πού περίμενε, με το μπλε κοστούμι τής δουλειάς, κρεμασμένο σε μια τζαμόπορτα.

«Πρέπει να με πάρης μαζί σου».

Ο Γιάννης Πουλόπουλος είναι φίλος μου χρόνια.

«Ναι, δεν λέω. Αλλά πώς;»

Το πώς, το είχα καταστρώσει. Θα έβγαζα ένα κανονικό εισιτήριο για την Λευκάδα, και, φτάνοντας εκεί, τα υπόλοιπα θα ήσαν απλά.

Ο Πουλόπουλος, κάνει μια πρόχειρη σύσκεψι με τούς υπόλοιπους. Έχουν όλοι τις αντιρρήσεις τους, αλλά, τελικά, το «Τζέημς Μπόντ τάτς» τής περιπέτειας υπερισχύει.

Στο αεροπλάνο, βαφτίζομαι επίσημα «μαιτρ του μπουζουκιού.» Με χρείει ο Χριστάκης με ένα μικρό μπαγλαμαδάκι, πού μάς έφερε γούρι σ’ όλο το υπόλοιπο ταξίδι. Αλλάζω όνομα, και γίνομαι Νίκος Μάστορας. Ή προαγωγή, με συγκινεί. Ή αεροσυνοδός ρωτά:«Πόσα άτομα είναι το συγκρότημα;»

«” Έξη», απαντώ βαρειά, για να είμαι πειστικός.

Κι έτσι αρχίζει επίσημα η περιπέτεια.»

Είχε happy end η ιστορία;

Αν εξαιρέσεις ότι το βράδυ που επέστρεψα, δύο ασφαλίτες με πήραν, μπροστά από το σπίτι μου, και με πήγαν στην Ασφάλεια, της οδού Μπουμπουλίνας, όπου πέρασα τη νύχτα (χωρίς βασανιστήρια!) γιατί ο Ωνάσης, επειδή είχε στο μεταξύ εκτεθεί στον Κένεντι, τηλεφώνησε στον Παπαδόπουλο με την παράκληση να μη βγει τίποτα για τον γερουσιαστή. Όμως το happy end για μένα ήταν πως, ενώ βρήκαν και κατάσχεσαν όλες τις επίμαχες φωτογραφίες, η είδηση που έβγαλα («Η τέως πρώτη κυρία των ΗΠΑ, σύντομα πρώτη κυρία του Σκορπιού») έκανε τον γύρο του κόσμου και την είχαν πρωτοσέλιδο κάπου 70.000 έντυπα!

Από τα σημερινά media είσαι σε απόσταση...

Είναι απόσταση ασφαλείας, τόσο δική μου όσο και δική τους. Δούλεψα για αχάριστα media. Η τότε δημοσιογραφία ήταν ένα υπερβολικά αχάριστο επάγγελμα, σε άρμεγε, σε γέμιζε με την κοκαΐνη της πλαστής αυτοπεποίθησης, ότι δηλαδή εσύ είσαι και άλλος δεν είναι, και όταν τολμούσες να κάνεις μια γκάφα ή μια αποτυχία, σε πετούσε στα σκουπίδια. Αυτά θα έπρεπε να λένε στους νέους που γίνονταν (;) δημοσιογράφοι.
Με τον Αλέν Ντελόν και τη Ρόμι Σνάιντερ
Με τον Αλέν Ντελόν και τη Ρόμι Σνάιντερ

Εγώ πάντως δεν σπούδασα δημοσιογραφία, καμιά μου δουλειά δεν τη σπούδασα. Τις έμαθα όλες στο πεζοδρόμιο: και τη φωτογραφία, και τη δημοσιογραφία, και το μοντάζ, και το μιξάζ, και τη σκηνοθεσία, και την παραγωγή, και το σενάριο. Και είμαι αυτοδίδακτος κειμενογράφος, στιχουργός, λογοτέχνης (έχω γράψει δύο μυθιστορήματα που έχουν εκδοθεί από μεγάλους εκδοτικούς οίκους στην Αμερική) και σεναρίστας (κάπου 30 σενάρια). Σε καμία απ’ αυτές τις ιδιότητες δεν υπήρξα άριστος. «Μέτριος ως καλός» θα ήταν μια έντιμη αποτίμηση, όμως η ποικιλία και η εναλλαγή αντικατέστησαν ηδονικά την ουτοπική επιδίωξη της ακαδημαϊκής αριστείας.

Έχω λοιπόν κάνει τα πάντα και έχω απολαύσει όλα μου τα «επαγγέλματα», αν και τα έχω μάθει στο πεζοδρόμιο, όπως έμαθε να γυαλίζει παπούτσια ο μικρός λουστράκος της παλιάς Αθήνας.

Το ραδιόφωνο πώς προέκυψε στη ζωή σου; Είχες ανοίξει πόλεμο με το ΠΑΣΟΚ όταν επιχειρούσε να αναβάλει την υπόθεση της ελεύθερης ραδιοφωνίας, όμως ήταν πια υπόθεση χωρίς γυρισμό. Γιατί βγήκες μπροστά; Τι απειλές είχες δεχθεί;

Γυρίζεις σελίδα σε ένα κεφάλαιο που, από μόνο του, θα μπορούσε να είναι μια φλύαρη συνέντευξη. Πιτσιρικάς, έβλεπα το ραδιόφωνο σαν τηλεόραση, κοιτούσα μαγεμένος εκείνο το ανήσυχο «πράσινο μάτι» του οικογενειακού «Ελ.βί.ρα» και έφτιαχνα φάτσες, σκηνικά, δράματα, κωμωδίες με τη φαντασία μου.
Το πρώτο μυθιστόρημα του Νίκου Μαστοράκη στην Αμερική
Το πρώτο μυθιστόρημα του Νίκου Μαστοράκη στην Αμερική

Την έτρωγα τη μάνα μου να με πηγαίνει συχνά στο στούντιο των εκπομπών του Γιώργου Οικονομίδη, που κάποτε μπάφιασε να με βλέπει δίπλα του και είπε on air «ρε συ μικρέ, πάλι εδώ;». Και ήταν αυτό η επίσημη διάγνωση της μετέπειτα αθεράπευτης ασθένειάς μου.

Έκανα πάσης φύσεως και παντός καιρού ραδιόφωνο, και στα δύο κρατικά. Μουσικές (νυν μουσειακές) εκπομπές, αυτοκίνητο, ρεπορτάζ για το ΕΙΡ, παιχνίδια, κυνήγια θησαυρού. Για πολλά χρόνια, η νεολαία κοιμόταν με το τρανζίστορ κάτω από το πάπλωμα και το «Λεωφορείον η Μελωδία».

Ήταν το ραδιόφωνο που δημιούργησε την ελληνική ποπ και τις μεγάλες διαχρονικές της επιτυχίες. Σε αυτό οφείλουμε τον Βαγγέλη και τους Φόρμιγξ, τα συγκροτήματα, τους τραγουδιστές-ινδάλματα μιας ανέμελης εποχής, τα μνημειώδη ρεσιτάλ, τα κλαμπάκια σαν το Igloo, το πρωτόγνωρο lifestyle του περιοδικού Τύπου, τη συναρπαστική όσο και απλοϊκή ψυχαγωγία σε ατέρμονες βόλτες με νοικιασμένο αυτοκίνητο, ακόμη και την ανεξίτηλη ανάμνηση απόκτησης του πρώτου πικ-απ αυτοκινήτου, που όμως δεν έπαιζε χωρίς… ραδιόφωνο.

Η συναυλία των Stones ήταν μια τούρτα από μπαρούτι, που περίμενε τον ηλίθιο εμένα να ανάψω τα κεριά!

Το ασίγαστο πάθος των «Μεσαίων» ερτζιανών με έπληξε ξανά με το Radio Gold, τον πρώτο σταθμό FM αποκλειστικά με sixties και μετέπειτα με classic rock, που πολεμήθηκε σκληρά από το ΠΑΣΟΚ και τους παπαρο-υπουργούς του. Άνισος αγώνας: ένα μουσικό ραδιόφωνο -αλλά με καθημερινή και οξύτατη παρατηρητικότητα- εναντίον της εξουσίας. Ραδιόφωνο που το έκλεισαν με τρεις κατασχέσεις στον Υμηττό, διορισμένοι ΠΑΣΟΚτζήδες των δήθεν ανεξάρτητων Αρχών, με εντολή Σημίτη, ώστε τη θέση του στις άδειες να πάρουν οι «ημέτεροι» άπληστοι εκδότες του ΠΑΣΟΚ, που είχαν ήδη μια άδεια αλλά ήθελαν και δεύτερη, και τρίτη. Αγώνας που έληξε με τη δικαίωσή μας από το ΣτΕ και την πολυπόθητη άδεια, σαν επιβράβευση του δικαίου που δεν το βάζει κάτω.

Πηγή: iefimerida.gr

By Συντάκτρια

ΣΧΕΤΙΚΑ